Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Εμμανουήλ Κριαράς "Αλληλογραφία Β΄

Εμμανουήλ Κριαράς
"Αλληλογραφία Β΄
Γράμματα λογοτεχνών
και επιστημόνων
του περασμένου αιώνα
1925-2001"
Εκδόσεις Πολύτυπο
Σεπτέμβριος 2007

Εκ πρώτης όψεως ένα επιστολικό σώμα, που δεν εξελίσσεται ως διάλογος δυο αλληλογράφων, προκαλεί μικρότερο ενδιαφέρον, καθώς οι πολλοί αποστολείς έναντι ενός παραλήπτου συνήθως προμηνύουν συμβατικές επιστολές ευγενείας, ιδιαίτερα όταν ο παραλήπτης τυγχάνει πανεπιστημιακός δάσκαλος. Αυτό, όμως, στην περίπτωση του νέου επιστολικού σώματος, που δημοσιοποιεί ο Εμμανουήλ Κριαράς, συνιστά τη μισή μόνο αλήθεια, καθώς κατορθώνει μέσω και του σχολιασμού να δώσει μια αίσθηση του κόσμου των λογίων, ιδιαίτερα όσων ανήκουν στον πανεπιστημιακό χώρο, σκιαγραφώντας τις αναμεταξύ τους σχέσεις και της αποδοχής που απολαύουν. Ενώ, παράλληλα, προσθέτει ψηφίδες στο μωσαϊκό της δικής του βιογραφίας, καθώς αποκαλύπτονται πτυχές της προσωπικής του ζωής και η απήχηση των βιβλίων του, δεδομένου ότι πολλές είναι οι ευχαριστήριες επιστολές άμα τη παραλαβή ενός τόμου του Λεξικού ή κάποιου μελετήματος, ακόμη και ανάτυπου.
Συνολικά, 458 επιστολές, όπου εννέα αχρονολόγητες, σε ένα διάστημα 75 ετών, με την πρώτη, στις 25 Ιουλίου 1925, και την τελευταία, 6 Μαΐου 2001. Ωστόσο, μόλις 34 ανήκουν στην προπολεμική εικοσιπενταετία, ενώ το κυρίως σώμα ισοκατανέμεται στις δυο μεταπολεμικές εικοσιπενταετίες, την προ και την μετά την Μεταπολίτευση. 1/4σο για τους αποστολείς, φθάνουν τους 108, όλοι αποθανόντες, σε αλφαβητική παράταξη, ενώ, εντός του επιστολικού σώματος του ιδίου αποστολέα, ακολουθείται η χρονολογική τάξη.
Το αρχαίο είδος της επιστολής, που ο τρέχων αιώνας τείνει να καταργήσει, είναι άκρως αποκαλυπτικό του γράφοντα, ακόμη και όταν περιορίζεται στα ελάχιστα και τυπικά. Παράδειγμα, οι 97 αποστολείς, που εμφανίζονται στον τόμο με λιγότερες από δέκα επιστολές, μέχρι τους 38 της μίας και μόνο επιστολής, οι οποίοι, ωστόσο, αφήνουν ένα κάποιο ίχνος της ιδιαιτερότητάς τους. Λ.χ., στη μια επιστολή του βυζαντινολόγου Μανόλη Χατζηδάκη, σταλμένη από την Αθήνα στο Παρίσι, στις 29 Δεκεμβρίου 1946, φανερώνεται το χιουμοριστικό ταμπεραμέντο τού αποστολέα. Ενώ, η επιστολή του Δημήτρη Χατζή, με ημερομηνία, 9.12.1980, δείχνει όλη την αγωνία του για το περιοδικό του, το "Πρίσμα", του οποίου μόλις είχε κυκλοφορήσει το πρώτο τεύχος.
Εντός της Αλληλογραφίας διακρίνονται ως νησίδες τα έντεκα επιστολικά σώματα με περισσότερες από δέκα επιστολές. Πρώτος μεταξύ αυτών, ο φίλος του Κριαρά, από τα νεανικά τους χρόνια, Γιώργος Σπυριδάκης, ανηψιός του Ελευθέριου Βενιζέλου, που δίδαξε για χρόνια νεοελληνική λογοτεχνία στη Σορβόννη και μαζί, η σύζυγός του Μαριάνθη Μαυροειδή, μαθήτρια του Ψυχάρη. Και ακολουθούν ο λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος, ο γλωσσολόγος και καθηγητής στις ΗΠΑ Δημήτρης Γεωργακάς, ο κύπριος μελετητής Κυριάκος Χατζηϊωάννου, ο Άγγελος Τερζάκης, ο μελετητής Μενέλαος Παρλαμάς, ο κλασικός φιλόλογος Κωνσταντίνος Τρυπάνης, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο καθηγητής φιλοσοφίας Γιώργος Μουρέλος και ο βυζαντινολόγος Ιωάννης Καραγιαννόπουλος.
Εκτενείς οι επιστολές του Λουκάτου, με ουσιαστικές παρατηρήσεις, τόσο για τις δικές του μελέτες όσο και του φίλου του Κριαρά. Μια επιστολή, της 27ης Ιανουαρίου 1963, μας φέρνει πίσω στους ιδανικούς αυτόχειρες και τον χαρακτήρα τους. Η αυτοκτονία μιας γυναίκας, που δεν αντέχει το θάνατο του συντρόφου της, δηλώνει άραγε το απόλυτο της αγάπης ή μια σχεδόν νοσηρή εξάρτηση. Η Φανή Σαρεγιάννη πεθαίνει παίρνοντας δόσεις αυτοκτονίας από κάποιο φάρμακο, τη νύχτα ύστερα απ' τα Χριστούγεννα, με τη συμπλήρωση του σαρανταήμερου από το θάνατο του γνωστού καβαφιστή Γιάννη Σαρεγιάννη, που πέθανε σε ηλικία 64 ετών, το 1962. Λαογράφος η Σαρεγιάννη, ίσως και να πίστευε στις δοξασίες, γι' αυτό και αναχώρησε, όταν η ψυχή του συζύγου της τελείωσε το σεργιάνι της στα εγκόσμια. Ενδιάμεσα, φρόντισε τα χειρόγραφά της, τιτλοφορώντας τις έτοιμες προς έκδοση εργασίες της. Μετά θάνατο, βρέθηκε ένα δέμα για τον φίλο της Λουκάτο, που τον επιφόρτιζε να μεριμνήσει για την τύχη τους.
Ακόμη μια επιστολή του αρχαιολόγου Δημήτρη Πάλλα, από την Παλαιά Κόρινθο, θυμίζει τον Συκουτρή. Ο Πάλλας προσκαλεί τον Κριαρά να επισκεφτεί τις ανασκαφές του και για να τον δελεάσει, υπόσχεται να τον ανεβάσει στο Ακροκόρινθο. "Και θα ιδείς θέα: Σχεδόν από τη Ναύπακτο -Βαρδούσια, Παρνασσό, Ελικώνα, Κιθαιρώνα - ως σχεδόν το Σούνιο". Τον Συκουτρή τον μνημονεύουν ευθέως ο μαθητής του Γιώργος Αλισανδράτος και ο ιστορικός Μιχαήλ Λάσκαρις, με αφορμή την κατάσταση στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, εν έτει 1956. "... Αλλά δεν παραπονούμαι^ τουναντίον πρέπει να είμαι ευτυχής ότι με αφήνουν να ζήσω, ενώ ο Συκουτρής ωδηγήθη εις τον τάφον, ο δε Δ. Βερναρδάκης κατέληξε να φυτεύη πατάτες στη Λέσβο..."
Αναμφιβόλως, το νέο επιστολικό σώμα θα πρέπει να διαβαστεί από κοινού και συμπληρωματικά με το προηγούμενο, που αναφέρεται στον πρόλογο πως εκδόθηκε από το Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη ως "Αλληλογραφία Α΄", καθώς, μάλιστα, μοιράζονται ορισμένους αποστολείς επιστολών. Να σημειώσουμε και δυο παραλήψεις στα βιογραφικά των αλληλογράφων. Ο Σπύρος Πλασκοβίτης, εκτός από σύμβουλος Επικρατείας και πολιτικός, ήταν, πρωτίστως, λογοτέχνης. Και ο Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης δεν υπήρξε μόνο δοκιμιογράφος και θεατρικός συγγραφέας αλλά και μυθιστοριογράφος. Εν κατακλείδι, οι επιστολές προς Κριαρά αποτυπώνουν μια ηθική τάξη πραγμάτων προ πολλού απωλεσθείσα. Παλαιότερα, ακόμη και μια χαριστική πράξη ή εκδούλευση μεταξύ συναδέλφων ακολουθούσε ένα τυπικό ευπρέπειας.

Μ. Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: