Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

Από πού το Μηλιώνης

Χριστόφορος Μηλιώνης "Τα πικρά γλυκά" Εκδόσεις Μεταίχμιο Ιούνιος 2008

Ο Χριστόφορος Μηλιώνης παρατάσσει μια ενδεκάδα πεζών που δημοσιεύθηκαν εντός του 21ου αιώνος. Κάτι σαν διαπιστευτήρια πρεσβευτή μιας αφηγηματικής τέχνης και τεχνικής με ευδόκιμο πορεία, που δηλώνει πως θα επιβιώσει και σε ξενικούς καιρούς. Όταν, στον τρέχοντα αιώνα, πολλοί βαφτίζουν τις χαλαρές ιστορίες τους διηγήματα, αυτός έχει την πολυτέλεια να τις αποκαλεί ιστορίες, επινοώντας για το σύνολο έναν πρόσφορο τίτλο, καθώς όλες οι διηγήσεις χρωματίζονται από τη διάθεση του αφηγητή να κάνει τα αλλοτινά πικρά, δια της ανιστορήσεώς τους, γλυκά. Εκείνο που, εκ πρώτης όψεως, παραξενεύει είναι η σειρά που επιλέγει, για την παράταξή τους, καθώς δεν ακολουθεί τη χρονολογική, της δημοσίευσής τους, ούτε, όμως, ομαδοποιήσεις σύμφωνα με τις μνημονικές αλληλουχίες. Προσωπική μας υπόθεση, πιθανώς αυθαίρετη, αν και τεκμηριώνεται θεματικά από τα διηγήματα, πως ο συγγραφέας αυτοσυστήνεται, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τον αφηγητή του, έστω και καθυστερημένα, αφού ήδη έχουν εορτάσει αρμονικώς συμβιώνοντες τους χρυσούς γάμους τους και πλησίστιοι προχωρούν προς τους αδαμάντινους. Γιατί πώς αλλιώς στοιχειοθετείται ένα πρόσωπο, αν όχι ψηφίδα-ψηφίδα, εκκινώντας από το όνομα και προχωρώντας στο παρουσιαστικό, το επάγγελμα, τον γενέθλιο τόπο, τις φιλίες, που οδηγούν απαξάπαντες τους αρσενικούς στα χρόνια της στρατιωτικής τους θητείας, και ακόμη, τα πολιτικά φρονήματα και τις κοινωνικές ευαισθησίες, με τα τελευταία διηγήματα να αναφέρονται σε ερωτικά σκιρτήματα, αποκαλύπτοντας τον ρομαντισμό του αφηγητή.
Κατά διαβολική σύμπτωση, στο επίθετο του Μηλιώνη συναντιούνται Βιζυηνός και Παπαδιαμάντης, τουλάχιστον κατά τους συνειρμούς του επιρρεπούς αναγνώστη. Οπότε και αυτός, στην πρώτη ιστορία του βιβλίου του γύρω από το όνομά του, μνημονεύει δεόντως αμφοτέρους. Εν αρχή, Βιζυηνός, με τον τίτλο του τελευταίου διηγήματος, που δημοσίευσε ο Θρακιώτης όσο ζούσε, "Διατί η μηλιά δεν έγεινε μηλέα", ως μόττο της ιστορίας, που τιτλοφορείται, "Η μηλιά", αλλά και με την πρώτη ετυμολογία του επιθέτου Μηλιώνης, αυτήν που δίνει η γιαγιά Μηλιώνω με τ' όνομα, πως τάχατες οφειλόταν σε προγονή τους, όμορφη σαν μηλιά, που την έλεγαν Μηλιά. Και συνεχίζει η ιστορία με τον Βιζυηνό, καθώς ο αφηγητής του Μηλιώνη, όπως εκείνος του Βιζυηνού, αναπτύσσει σχέση άφατης τρυφερότητας με τη γλυκομηλιά του κήπου του ή, έστω, κατά τη διήγηση, του αμπελιού του. Οι δυο ιστορίες αποκλίνουν, όταν εμφανίζεται ο κατοχικός δάσκαλος του Μηλιώνη, ο οποίος, σε αντίθεση με τον φραγκοφορεμένο του Βιζυηνού, δεν εκδιώκει τη μηλιά εγκαθιστώντας "την κυρά μηλέα" αλλά προτείνει δεύτερη ετυμολογία του επιθέτου, από τα μιλιούνια, καθόσον δύσκολοι καιροί και οι πεινασμένοι καρβέλια ονειρεύονταν.
Καταμεσής της ιστορίας εμφανίζεται και ο Παπαδιαμάντης, όταν δια στόματος διακεκριμένου γλωσσολόγου δίνεται η τρίτη ετυμολογία του επιθέτου από τα τουφέκια της Επανάστασης, τα μιλιόνια, και τον περιβόητο της Ακαρνανίας κλέφτη και αρματωλό, Χρήστο Μιλιόνη, για τον οποίον ο Σκιαθίτης έγραψε το τέταρτο και τελευταίο μυθιστόρημά του, συμπτωματικά δημοσιευμένο την ίδια χρονιά με το διήγημα του Βιζυηνού, το "Χρήστος Μηλιόνης", με ήτα και όμικρον, αν και τελικά οι εγκυκλοπαίδειες κατέγραψαν τον οπλαρχηγό με ήτα και ωμέγα, τοποθετώντας τον ακριβώς πριν από τον Χριστόφορο Μηλιώνη. Μάλιστα, αποδίδουν με την ίδια γραφή και την επιγραφή στο σωζόμενο δαχτυλίδι του, που ο Μηλιώνης μας πληροφορεί πως είναι με ήτα και όμικρον.
Ωστόσο, ο Βιζυηνός επανέρχεται στην κατακλείδα της ιστορίας, καθώς ο συγγραφέας εντοπίζει σε επιστολή του Αλκίφρονος μια συνονόματη της γιαγιάς του. Μηλιώνη ονομάζεται η γυναίκα κτηνοτρόφου και ο άγγλος σχολιαστής σημειώνει αρμοδίως: "Μηλιώνη, αυτή που έχει πρόσωπο σαν μήλο!". Χαριτολογώντας ο συγγραφέας, συνοδεύει τη μετάφραση της επιστολής με την παρατήρηση πως θα πρέπει να πρόκειται για την 54η προγιαγιά του, μια και τοποθετεί τον Αλκίφρονα στον 2ο μ.Χ. αιώνα. Οπότε φίλος του φιλόλογος, διαβάζοντας το δημοσίευμα, του αποστέλλει επιστολή με το επιμύθιο: "... ήδη από τότε η μηλέα είχε γίνει μηλιά..." Κάπως έτσι, ευρηματικά, ολοκληρώνεται η ιστορία, αν και δεν χρειαζόταν να γίνει η μηλέα μηλιά για να προκύψει μια Μηλιώνη. Θα μπορούσε η μηλιά να παραμείνει γέννημα των μεσαιωνικών χρόνων και η κατά Αλκίφρονα Μηλιώνη να έλκει την καταγωγή της από το ομόθεμο μηλίς, ομώνυμο του μηλέα και της ίδιας ηλικίας. Ύστερα, ένας λιγότερο ρομαντικός σχολιαστής θα μπορούσε να υποθέσει πως το όνομα της συμβίας κτηνοτρόφου παραπέμπει στα άλλα μήλα, τα ζωντανά και τα σφαγεία, όπως, λ.χ., τα εν χρήσει και σήμερα, μηλωτή και μηλιόρα.
Αυτή η πρώτη ιστορία δείχνει και τον τρόπο που δομούνται τα διηγήματα με την έντεχνη συρραφή περιστατικών διαφορετικών εποχών, διανθισμένων, κατά την ανιστόρησή τους, με στίχους, καθώς ο αφηγητής διαπλέει την ελληνική γραμματεία, από την αρχαία μέχρι τα δημοτικά τραγούδια, για τα οποία και τρέφει όλως ιδιαίτερη αδυναμία. Ενώ, νότες ευθυμίας προσθέτει ο αυτοσαρκασμός του. Αν και σε κάποιες περιπτώσεις σαν να φαλτσάρει, όταν μετατρέπεται σε πικρία παραγκωνισμού. Μέσα σε ατμόσφαιρα θυμηδίας εκτυλίσσεται το επόμενο διήγημα, που αναφέρεται στο παρουσιαστικό του αφηγητή, πλαγίως μέσω της φωτογραφίας του, καθώς ειρωνεύεται την έπαρση των συγγραφέων και την βαρύνουσα σημασία που δίνει η εποχή μας στην προβολή του προσώπου, κατά προτίμηση νέου και ωραίου, έναντι της αξίας του έργου, που φτάνει να καταλήγει δευτερευούσης σημασίας.
Στη συνέχεια, έχοντας ο Μηλιώνης, προ πολλού, παραμερίσει τις σκληρές αναμνήσεις της δεκαετίας του '40, ξεκινά από τα μεταπολεμικά χρόνια και αφηγείται ένα περιστατικό από τα πρώτα έτη του εκπαιδευτικού βίου του, προσδίδοντάς του, με την κατακλείδα, επίκαιρο χαρακτήρα. Και πάλι, παίζει με τις συμπτώσεις, με άνεση, χωρίς να δημιουργείται η εντύπωση του στημένου. Ακολουθούν δυο διηγήματα για τον γενέθλιο τόπο, αν και όχι ακριβώς το Περιστέρι Πωγωνίου αλλά "τα δικά του Γιάννενα", για τα οποία έχει φτιάξει και βιβλίο. Μάλιστα, είναι η μοναδική "πόλη στη λογοτεχνία", κατά την ονομασία τής εν λόγω σειράς, που στήνεται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα με κείμενα συγγραφέων της περιοχής, στην πλειοψηφία τους Γιαννιώτες.
Στην επόμενη ιστορία, το "Προσκλητήριο", όπως δηλώνει και ο τίτλος, γίνεται γενικό προσκλητήριο συγκληρωτών της στρατιωτικής θητείας, με τις μορφές τους να "διαπερνούν το χάος των δεκαετιών". Οι χυμώδεις διάλογοι, έτσι όπως συμπληρώνονται με ηπειρωτικά άσματα, δίνουν στο διήγημα ιδιαίτερη θέση μέσα στην πεζογραφία περί την στρατιωτική ζωή. Από το στρατό, τουλάχιστον κατά το ήμισυ, και το επόμενο διήγημα, μόνο που σε αυτό υπερισχύει ο πικρίζων σχολιασμός της πολιτικής κατάστασης, άλλοτε και τώρα. Ενώ, για την σημερινή κοινωνική πραγματικότητα, υπάρχει μια αθηναϊκή ιστορία με προσφυγάκια και αφρικάνα μετανάστιδα, εξ ου και ο παπαδιαμάντειος τίτλος, "Η μετανάστις", που εναρμονίζεται με το ισχύον επί του θέματος πολιτικώς οθρό. Τουτέστιν, τέρατα ρατσισμού οι γηγενείς, θύματα οι πανταχόθεν μετανάστες.
Προς το τέλος, δυο διηγήματα, με έναν αισθησιασμό που κοντεύει να εκλείψει από την πεζογραφία μας. Στο ένα, η συγκίνηση ενός εφήβου από το πρώτο αντίκρυσμα του γυναικείου μαστού, όταν πετάγεται έξω πάνω στο ρίξιμο του λιθαριού. Και πάλι, ο Μηλιώνης δένει τις αναμνήσεις τού αφηγητή με ομόθεμο κλέφτικο τραγούδι. Το δεύτερο, ξεκινώντας ως ταξιδιωτικό, εξελίσσεται σε ερωτικό, καθώς ο συγγραφέας καλλιεργεί με δολιότητα αντίστοιχες αναγνωστικές προσδοκίες. Από μιας αρχής και ενώ ο αφηγητής περιδιαβάζει σε Βρυξέλλες και Άμστερνταμ, υπάρχει η αναμονή μιας πολλά υποσχόμενης συνάντησης με Ολλανδέζα. Αντί αυτής, βρίσκεται καθισμένος σε καφετέρια να ερωτοτροπεί με το όμορφο κορίτσι του γειτονικού τραπεζιού. Ή τουλάχιστον, αυτήν την εντύπωση δημιουργεί η αφήγηση, μέχρι πλήρους ανατροπής της, καθώς ο Μηλιώνης προσθέτει μια Λολίτα στην πεζογραφία. Μάλιστα, εναρμονιζόμενος και πάλι με την εποχή του, την θέλει πολύ μικρότερη της ναμποκοφικής, του νηπιαγωγείου. Στο τελευταίο διήγημα, ρομαντικός ο αφηγητής, αναζητά τα φαντάσματα των παιδικών του χρόνων. Πέρα, όμως, από τη θεματική του βιβλίου, εκείνο που διακρίνει τα διηγήματα του Μηλιώνη είναι η αβίαστη γλώσσα και το, προ πολλού, κατακτημένο ύφος.


Μ. Θεοδοσοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: