Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Διηγήματος τελετουργία

Ηλίας Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος

Ο θη­σαυ­ρός των Αη­δο­νιώ­ν

και άλ­λα διη­γή­μα­τα

σχέ­δια: Εύη Τσα­κνιά

εκδ. Γα­βριη­λί­δη, σ. 107, 10,45 ευ­ρώ

Η διη­γη­μα­το­γρα­φία, του­λά­χι­στον στις κο­ρυ­φώ­σεις της, βρί­σκε­ται πιο κο­ντά στην ποίη­ση πα­ρά στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Ή, με άλ­λα λό­για, α­να­με­τριέ­ται και ξι­φο­μα­χεί με τους κα­νό­νες της λε­κτι­κής μο­νά­δας πα­ρά με ε­κεί­νους της πα­ρα­γρά­φου ή της σε­λί­δας, με τους ο­ποίους α­να­με­τριέ­ται η με­γά­λη α­φή­γη­ση. Τρέ­φε­ται, δη­λα­δή, και α­πο­κτά υ­πό­στα­ση φρά­ση φρά­ση και ό­χι σε­λί­δα σε­λί­δα. Συ­νε­πώς, έ­νας κα­λός διη­γη­μα­το­γρά­φος πρέ­πει να εί­ναι κα­λός τε­λε­τουρ­γός της γλώσ­σας, ό­πως, α­ντί­στοι­χα, έ­νας κα­λός μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος εν­δεί­κνυ­ται να εί­ναι πρω­τί­στως κα­λός τε­λε­τουρ­γός στο στή­σι­μο χα­ρα­κτή­ρων. Πέ­ραν αυ­τών, έ­να ε­πι­τυ­χές διή­γη­μα δεν συ­ναρ­τά­ται πά­ντα, ού­τε εί­ναι ευ­θέως α­νά­λο­γο, με την α­ξία μιας ευ­ρη­μα­τι­κής ι­δέ­ας. Εκεί­νο που τί­θε­ται υ­πε­ρά­νω ό­λων, εί­ναι το τε­λι­κό α­πο­τέ­λε­σμα, ε­νώ η πε­ρι­λά­λη­τη στις η­μέ­ρες μας ευ­ρη­μα­τι­κή ι­δέα και το κα­τά πό­σο αυ­τή εκ­πλή­ρω­σε ή ό­χι τις συγ­γρα­φι­κές προσ­δο­κίες, ει­σέρ­χε­ται στην κλί­μα­κα της α­ξιο­λό­γη­σης ως βα­σι­κό μεν, αλ­λά ε­πι­μέ­ρους στοι­χείο.

Στα ε­πτά διη­γή­μα­τα και τις πέ­ντε «παι­δα­ριώ­δεις ι­στο­ρίες» της και­νού­ριας, έ­βδο­μης στη σει­ρά, συλ­λο­γής του Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου, μό­νο στα συ­ντο­μό­τε­ρα βρί­σκου­με αυ­τό που εί­θι­σται να α­πο­κα­λεί­ται ευ­ρη­μα­τι­κή ι­δέα. Υπάρ­χει, ό­μως, σε ό­λα α­νε­ξαι­ρέ­τως η έκ­πλη­ξη, που α­να­δύε­ται μέ­σα α­πό τον τρό­πο με τον ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζο­νται και δέ­νο­νται α­να­με­τα­ξύ τους τα συμ­βά­ντα, δη­μιουρ­γώ­ντας μια, ε­νίο­τε και πε­ρισ­σό­τε­ρες, α­να­τρο­πή. Αυ­τή η α­πρό­σμε­νη, κα­τά κα­νό­να, έκ­βα­ση της μυ­θο­πλα­σίας φαί­νε­ται ά­με­σα συ­σχε­τι­σμέ­νη με τη διά­θε­ση του α­φη­γη­τή. Μά­λι­στα, η έκ­δη­λη ευ­θυ­μία του ή η δια­φαι­νό­με­νη βα­ρυ­θυ­μία του α­πο­βαί­νου­ν το κρι­τή­ριο για το αί­σιο ή μη αί­σιο τέ­λος μιας ι­στο­ρίας, κα­τά πο­λύ α­σφα­λέ­στε­ρο α­πό τον α­νά­λα­φρο ή βα­ρύ τό­νο της ει­σα­γω­γής, η ο­ποία συ­χνά α­πο­δει­κνύε­ται πα­ρα­πλα­νη­τι­κή.

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα συ­νι­στά το ο­μό­τιτ­λο με τη συλ­λο­γή διή­γη­μα. Συ­νειρ­μι­κά ο τίτ­λος ο­δη­γεί στο κε­λά­η­δη­μα των α­η­δο­νιών. Αυ­τό, του­λά­χι­στον για τον α­νι­στό­ρη­το, που δεν έ­χει α­κου­στά ού­τε το χω­ριό Αη­δό­νια της Κο­ριν­θίας ού­τε και τα κτε­ρί­σμα­τα του πα­ρα­κεί­με­νου μυ­κη­ναϊκού νε­κρο­τα­φείου. Τα τε­λευ­ταία, προϊό­ντα λα­θρα­να­σκα­φής, ε­ντο­πί­στη­καν σε δη­μο­πρα­σία της Νέ­ας Υόρ­κης, σε α­ντί­θε­ση, ό­μως, με άλ­λα σπα­ράγ­μα­τα της αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κής κλη­ρο­νο­μιάς, ε­πα­να­πα­τρί­στη­καν και δη στην κυ­ριο­λε­ξία, α­φού ε­κτί­θε­νται ε­πί τό­που. Το θέ­μα του εν λό­γω διη­γή­μα­τος φαί­νε­ται να εί­ναι μια ε­πί­σκε­ψη του α­φη­γη­τή με­τά της συ­ζύ­γου του στο Αρχαιο­λο­γι­κό Μου­σείο της Νε­μέ­ας για να θαυ­μά­σουν «τον θη­σαυ­ρό των Αη­δο­νιών». Τε­λι­κά, ό­μως, το διή­γη­μα ε­ξαν­τλεί­ται σε δύο κα­θ' ο­δό­ν συ­να­πα­ντή­μα­τα. Οχι μό­νο το ζεύ­γος δεν φτά­νει πο­τέ στο Μου­σείο, αλ­λά ού­τε τα δια­μει­φθέ­ντα στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό το αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό κλέ­ος, ό­πως θα α­νέ­με­νε έ­νας α­να­γνώ­στης ε­θι­σμέ­νος στη λε­γό­με­νη προοι­κο­νο­μία. Αντ' αυ­τού, πα­ρα­τί­θε­νται δύο πε­ρι­στα­τι­κά που υ­πο­δη­λώ­νουν τη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα του ελ­λη­νι­κού λα­ού, στη ση­με­ρι­νή εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη μορ­φή της. Ιλα­ρό το πρώ­το πε­ρι­στα­τι­κό, συ­γκι­νη­τι­κό το δεύ­τε­ρο, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λεί συ­νέ­χεια στο διή­γη­μα «Ει­κο­νο­στά­σια» της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής. Εδώ, έ­νας ντα­λι­κιέ­ρης, κα­τά το κα­θη­με­ρι­νό του δρο­μο­λό­γιο, α­νά­βει το κα­ντή­λι σε ει­κο­νο­στά­σι πα­ρά την ε­θνι­κή ο­δό, στη μνή­μη του α­δελ­φού του, που πή­γε α­δι­κο­χα­μέ­νος στο συ­γκε­κρι­μέ­νο ση­μείο. Από την αρ­χή του διη­γή­μα­τος, ή­δη α­πό το α­φιε­ρω­μα­τι­κό μό­το, φαι­νό­ταν η βα­ρύ­θυ­μη διά­θε­ση του α­φη­γη­τή, σε α­ντί­θε­ση με την ει­σα­γω­γή, που εί­ναι χα­ριέ­στα­τη.

Εί­ναι μία α­πό τις χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές ει­σα­γω­γές του Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου, που ξε­κι­νά με ει­ρω­νι­κό σχο­λια­σμό των δελ­τίω­ν και­ρού της τη­λεό­ρα­σης για να ε­ξε­λιχ­θεί a propos σε μά­θη­μα πα­τρι­δο­γνω­σίας. Ακό­μη δύο α­πό τα πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα δια­θέ­του­ν ει­σα­γω­γές. Στο «Πρω­το­χρο­νιά!», ο α­φη­γη­τής σαρ­κά­ζει τον τρό­πο που οι νε­οέλ­λη­νες α­στοί ε­ορ­τά­ζουν τη συ­γκε­κρι­μέ­νη χρο­νιά­ρα μέ­ρα. Για να δεί­ξει το έ­σχα­το ό­ριο της κα­τά­πτω­σης, που μπο­ρεί να φτά­σουν πε­ρι­δρο­μιά­ζο­ντας στο πρω­το­χρο­νιά­τι­κο τρα­πέ­ζι, πε­ρι­γρά­φει τη σάλ­τσα του κυ­ρίως πιά­του ως «πα­χεία βορ­βο­ρό­χρου». Εναν ε­πι­θε­τι­κό προσ­διο­ρι­σμό που α­να­σύ­ρει α­πό το­ν Πα­πα­δια­μά­ντη και τον χρη­σι­μο­ποιεί με τον ί­διο δό­λιο τρό­πο. Ο Σκια­θί­της τον ε­πι­στρα­τεύει για τη σάλ­τσα γκιου­βε­τσιού στους «Χα­λα­σο­χώ­ρη­δες», υ­παι­νισ­σό­με­νος τον βόρ­βο­ρο στον ο­ποίο εί­χαν πε­ρι­πέ­σει οι αρ­γυ­ρώ­νη­τοι ψη­φο­φό­ροι της ε­πο­χής του. Κα­τά τα άλ­λα, ο α­φη­γη­τής του Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου συ­νε­χί­ζει με την πε­ρι­γρα­φή ε­δε­σμά­των και στο κυ­ρίως σώ­μα του διη­γή­μα­τος. Μέ­σω της α­η­δια­στι­κής ό­ψης και γεύ­σης του πρω­το­χρο­νιά­τι­κου γεύ­μα­τος, που πα­ρα­τί­θε­ται στη Στρα­τιω­τι­κή Ια­τρι­κή Σχο­λή, Πρω­το­χρο­νιά 1950, α­πο­δί­δει τη γε­νι­κό­τε­ρα τα­λαί­πω­ρη κα­τά­στα­ση ε­κεί­νων των πρω­το­ε­τών, σπρώ­χνο­ντας την πε­ρι­γρα­φή στα ό­ρια του γκρο­τέ­σκο.

Αφή­νο­ντας για λί­γο τον μί­το των διη­γη­μά­των, να ση­μειώ­σου­με πα­ρεν­θε­τι­κά ό­τι τα πα­πα­δια­μά­ντεια ί­χνη, κυ­ρίως τα γλωσ­σι­κά, δια­σπεί­ρο­νται και α­να­χω­νεύο­νται ε­ντός της διή­γη­σης σε μια αρ­ρα­γή α­φη­γη­μα­τι­κή αρ­μο­νία. Πα­ρ' ό­λα αυ­τά, ε­ξα­κο­λου­θούν να δια­τη­ρούν τη ρα­διε­νερ­γό α­κτι­νο­βο­λία τους, του­λά­χι­στον για τους ε­ξοι­κειω­μέ­νους με τη­ν ι­διό­τυ­πη γλώσ­σα του Σκια­θί­τη. Εξ α­φορ­μής αυ­τού, να προ­σθέ­σου­με ό­τι ο Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος εί­ναι ο τε­λευ­ταίος νό­μι­μος κλη­ρο­νό­μος του. Στους υ­πό­λοι­πους, ό­σοι κα­τά και­ρούς συν­δια­λέ­γο­νται μα­ζί του, λεί­πει η ε­ξ αί­μα­τος συγ­γέ­νεια. Δια­λο­γί­ζο­νται μό­νο με πρό­σω­πα και ι­δέες του Σκια­θί­τη, α­φού πρό­κει­ται για α­πώ­τε­ρης συγ­γέ­νειας α­πο­γό­νους, κά­ποιοι μά­λι­στα ε­ξώ­γα­μοι.

Στο τρί­το διή­γη­μα, με­τά ει­σα­γω­γής, το «Λιού­μπι­τε­λ 2», πε­ρι­γρά­φε­ται κα­τα­λε­πτώς το πα­λαιό μο­ντέ­λο φω­το­γρα­φι­κής μη­χα­νής του τίτ­λου και ο τρό­πος χρή­σης του. Εδώ, η φω­το­γρα­φία ει­σέρ­χε­ται ως βα­σι­κό στοι­χείο στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, με την προ­νο­μιού­χο θέ­ση που έ­χει πά­ρει η φω­το­γρα­φία ως τέ­χνη, οι πε­ρι­γρα­φές φω­το­γρα­φιών, σκόρ­πιες σε πε­ζά, πλη­θαί­νουν. Το εν λό­γω διή­γη­μα δεί­χνει πως πα­ρό­μοιες α­φη­γη­μα­τι­κές α­πο­δό­σεις μπο­ρεί να α­πο­τε­λέ­σουν μέ­χρι και αυ­τό­νο­μο πε­ζο­γρα­φι­κό εί­δος. Μά­λι­στα, δε­ν πε­ριο­ρί­ζε­ται στην πε­ρι­γρα­φή μιας φω­το­γρα­φίας, αλ­λά σχο­λιά­ζει σει­ρά φω­το­γρα­φιών, σε χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη, σαν να πρό­κει­ται για φυλ­λο­μέ­τρη­μα λευ­κώ­μα­τος. Αφη­γη­μα­τι­κές ει­κό­νες με­γά­λης διαύ­γειας α­πό την προ­σω­πι­κή μυ­θο­λο­γία του συγ­γρα­φέα, που συ­μπλη­ρώ­νο­νται με ει­ρω­νι­κές και νο­σταλ­γι­κές νύ­ξεις. Χω­ρίς να λεί­πουν οι πα­ρά­πλευ­ρες διη­γή­σεις ε­ξαι­ρε­τι­κών συμ­βά­ντων, ό­πως ε­κεί­νη για το α­πο­λω­λός πρό­βα­το της νή­σου Μα­δου­ρή.

Τη συγ­γρα­φι­κή μυ­θο­λο­γία συ­μπλη­ρώ­νουν δύο α­κό­μη διη­γή­μα­τα, που ε­κτυ­λίσ­σο­νται στο μυ­θι­κό χτή­μα του α­φη­γη­τή. Το πρώ­το της συλ­λο­γής α­να­πτύσ­σε­ται με α­φη­γη­μα­τι­κό ά­ξο­να μια φω­το­γρα­φία και α­να­φέ­ρε­ται υ­παι­νι­κτι­κά στα δει­νά ε­νός νέ­ου κα­τά την τα­ραγ­μέ­νη δε­κα­ε­τία του '40. Μοιά­ζει με την κο­ρυ­φή του πα­γό­βου­νου, ό­που τα σο­βα­ρό­τε­ρα μέ­νουν α­φα­νέ­ρω­τα. Από την άλ­λη, υ­πάρ­χει θαυ­μα­στή α­φη­γη­μα­τι­κή πλη­ρό­τη­τα, ώ­στε να μη δη­μιουρ­γεί­ται η πα­ρα­μι­κρή α­σά­φεια. Το έ­τε­ρο εί­ναι «Η δε­κα­ο­χτού­ρα». Ο Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος διεκ­δι­κεί τον ε­πί­ζη­λο τίτ­λο του α­μι­γούς διη­γη­μα­το­γρά­φου. Ενας ζη­λό­φθο­νος, ό­μως, μπο­ρεί να α­ντέ­τει­νε πως εξ α­νά­γκης α­πέ­μει­νε διη­γη­μα­το­γρά­φος, ελ­λεί­ψει μυ­θο­πλα­στι­κού υ­λι­κού. Απο­στο­μω­τι­κή α­πά­ντη­ση δί­νει το εν λό­γω διή­γη­μα, που ά­νε­τα θα α­πλω­νό­τα­ν σε νου­βέ­λα, αν ό­χι σε μυ­θι­στό­ρη­μα, με «κα­λούς» και «κα­κούς», ό­πως ε­κεί­νος ο φο­βε­ρός «λεμ­βού­χος», συ­νερ­γά­της των Ιτα­λών και στα ύ­στε­ρα, μέ­γας ευερ­γέ­της του τό­που. Υπάρ­χουν και συ­ντο­μό­τε­ρα διη­γή­μα­τα, ό­που η διά­θε­ση του α­φη­γη­τή ποι­κίλ­λει και η ει­ρω­νεία του κα­λύ­πτει ο­λό­κλη­ρη τη­ν κλί­μα­κα, α­πό υ­πο­δό­ρια έως ε­πι­θε­τι­κή. Ενώ σε κά­ποια λαν­θά­νει μια σχε­δό­ν δια­βρω­τι­κή με­λαγ­χο­λία. Πα­ρά­δειγ­μα, το διή­γη­μα για έ­να η­σιό­δειο ά­ρο­τρο, α­κό­μη εν χρή­σει στην Πά­ρο μέ­χρι και τα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του '70. Εντός μό­λις μιας γε­νιάς, το ά­ρο­τρο έ­γι­νε μου­σεια­κό εί­δος και α­ντι­κα­τα­στά­θη­κε α­πό θε­ρι­ζο­α­λω­νι­στι­κή μη­χα­νή. Διά της πε­ρι­γρα­φής, που ο συγ­γρα­φέ­ας έ­χει α­να­γά­γει α­πό βο­η­θη­τι­κό στοι­χείο της α­φή­γη­σης σε κυ­ρίαρ­χο, το τε­χνο­λο­γι­κό άλ­μα, που οι ντό­πιοι α­πο­λαμ­βά­νουν ως το ά­κρο­ν άω­τον της προό­δου, ση­μαί­νει την ο­ρι­στι­κή α­πώ­λεια ε­νός πα­ρα­δεί­σου.

Ως ε­πί­λο­γος στη συλ­λο­γή το­πο­θε­τού­νται πέ­ντε ι­στο­ρίες με ζώα, ε­ξού και ο τίτ­λος «παι­δα­ριώ­δεις ι­στο­ρίες». Μό­νο που οι συ­γκε­κρι­μέ­νες ι­στο­ρίες μό­νο παι­διά­στι­κες δεν εί­ναι, ού­τε καν φι­λό­ζωες. Ο α­φη­γη­τής ε­ξαν­θρω­πί­ζει τη συ­μπε­ρι­φο­ρά των ζώων, ε­νώ πα­ρου­σιά­ζει α­πο­κτη­νω­μέ­νη τη στά­ση των αν­θρώ­πων. Βε­βαίως, στο κα­τα­λη­κτι­κό λι­λι­πού­τειο διή­γη­μα ο τρά­γος, που πά­ει για σφα­γή, δεν διαι­σθά­νε­ται το ε­πι­κεί­με­νο τέ­λος του. Προ­μη­νύε­ται, ό­μως, α­πό την α­φή­γη­ση, ό­τα­ν χα­ρα­κτη­ρί­ζει το βλέμ­μα του «α­πό­κο­σμο». Η ε­πι­λο­γή της συ­γκε­κρι­μέ­νης λέ­ξης θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί ως μια τε­λευ­ταία φι­γού­ρα του συγ­γρα­φέ­α στον α­γώ­να της ξι­φο­μα­χίας με τη γλώσ­σα.

Μ. Θεοδοσοπούλου, 8/1/2010, από την "Ελευθεροτυπία"

Δεν υπάρχουν σχόλια: