Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Η περίπτωση Ρώμου Φιλύρα

Ρώ­μος Φι­λύ­ρας
«Ποιή­μα­τα
Άπα­ντα τα ευ­ρε­θέ­ντα»
Τό­μοι Α΄- Β΄
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου-Α. Ξυ­νο­γα­λά
Εκδ. University Studio Press


Μάρ­τιο 2013, ό­ταν ξε­κι­νού­σε με­τά φα­νών και λα­μπά­δων το Έτος Κα­βά­φη, κυ­κλο­φό­ρη­σαν τα δί­το­μα Άπα­ντα Ρώ­μου Φι­λύ­ρα. Το ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα των ε­πι­με­λη­τών φέ­ρει η­με­ρο­μη­νία Μάιος 2012. Αν η έκ­δο­ση δεν κα­θυ­στε­ρού­σε στο Τυ­πο­γρα­φείο, θα συ­νέ­πι­πτε με την ε­πέ­τειο των 70 χρό­νων α­πό το θά­να­το του Φι­λύ­ρα, στις 9 Σεπ. 1942. Αλλά α­κό­μη κι αν δεν κα­θυ­στε­ρού­σε, ποιος α­πό ε­κεί­νους που παίρ­νουν τις α­πο­φά­σεις για τους ε­πε­τεια­κούς πα­νη­γυ­ρι­σμούς, θα δια­νο­εί­το Έτος Φι­λύ­ρα; Το 2012, εί­χε κη­ρυ­χτεί Έτος Νι­κη­φό­ρου Βρετ­τά­κου. Σε­πτέμ­βριο 2014, ε­νώ τα με­θεόρ­τια του Έτους Κα­βά­φη συ­νε­χί­ζο­νταν, με δρά­σεις προς α­να­ζω­πύ­ρω­ση της δη­μο­φι­λίας του Αλε­ξαν­δρι­νού, εκ­δό­θη­κε ο πρώ­τος τό­μος των Απά­ντων Τέλ­λου Άγρα. Εβδο­μή­ντα χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Άγρα, ου­δείς θα σκε­φτό­ταν Έτος Άγρα, κι ας ή­ταν ορ­φα­νό ε­πε­τείου ε­πι­φα­νούς, ό­πως τον α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε σή­με­ρα, το 2014. Αλλά για Άγρα και Φι­λύ­ρα θα συ­ζη­τού­με, ό­ταν δεν υ­πήρ­ξε Έτος Κα­ρυω­τά­κη; Και κα­λά το 1998, που συ­μπλη­ρώ­νο­νταν 70 χρό­νια α­πό την αυ­το­κτο­νία του,  να δο­θεί στον Σο­λω­μό. Το 2008, ό­μως, για­τί να έ­χει το προ­βά­δι­σμα ο Κα­ρα­γά­τσης; Η α­πά­ντη­ση εί­ναι προ­φα­νής. Η γε­νιά του ’30, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ο Κα­βά­φης, εν­δια­φέ­ρει. Ενώ για τη γε­νιά του ’20 υ­πάρ­χει μό­νο, ό­σο υ­πάρ­χει, γραμ­μα­το­λο­γι­κό εν­δια­φέ­ρον.
Τη γε­νιά του ’20 την α­πο­κα­λούν και “γε­νιά του Κα­ρυω­τά­κη”, αι­τιο­λο­γώ­ντας εν μέ­ρει τον πα­ρα­με­ρι­σμό της  με τα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία των ποιη­τών που την α­πο­τε­λούν, ό­που συμ­βάλ­λουν και ό­σα γρά­φουν γι’ αυ­τούς οι ι­στο­ρι­κοί της νε­ο­ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­το­λο­γίας. Αν, ό­μως, το ζη­τού­με­νο εί­ναι η ε­πα­νε­κτί­μη­ση ο­ρι­σμέ­νων ποιη­τών αυ­τής της γε­νιάς, δεν αρ­κεί το “νοι­κο­κύ­ρε­μα” του έρ­γου τους. Απαι­τεί­ται εκ νέ­ου θεώ­ρη­ση των δε­δο­μέ­νων προς α­παλ­λα­γή α­πό την πα­γιω­μέ­νη ει­κό­να που τους α­κο­λου­θεί μέ­χρι σή­με­ρα. Η ό­ποια ε­πα­νε­ξέ­τα­ση προϋπο­θέ­τει την α­πο­φυ­γή για τη γε­νιά πα­ρό­μοιων α­πλο­ποιη­τι­κών ο­νο­μα­σιών. Αυ­τή η πρώ­τη ο­μά­δα ποιη­τών του Με­σο­πο­λέ­μου δεν συ­νο­ψί­ζε­ται ως γε­νιά του ε­νός ποιη­τή, ό­πως, άλ­λω­στε, δεν συ­νο­ψί­ζε­ται η γε­νιά του 1880 ή η γε­νιά του ’30. Ανε­ξάρ­τη­τα αν ο Κα­ρυω­τά­κης, με­τά την αυ­το­κτο­νία του και ως έ­να βαθ­μό χά­ρις σε αυ­τήν, έ­χει α­πο­τι­μη­θεί ως “ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος κι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρος”. Όσο για τις πα­ρα­τη­ρή­σεις των Ιστο­ρι­κών, ό­τι πρό­κει­ται για “μια γε­νιά που έ­χει συ­νεί­δη­ση της α­νε­πάρ­κειάς της μπρο­στά στα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα της ζωής” ή που υιο­θέ­τη­σε στά­ση πα­ραί­τη­σης, αυ­τές, ως γε­νι­κευ­μέ­νες δια­τυ­πώ­σεις, δεί­χνουν μάλ­λον ά­στο­χες. Ως προς τι, ό­μως, δια­φέ­ρουν οι εν λό­γω “ποιη­τές της Αθή­νας” και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση το έρ­γο τους α­πό τον Κα­βά­φη, ώ­στε, σή­με­ρα, να μην συ­γκι­νούν, ε­νώ ο Αλε­ξαν­δρι­νός βρί­σκε­ται στο ε­πί­κε­ντρο του εν­δια­φέ­ρο­ντος; Την α­πά­ντη­ση την δί­νει ο ί­διος ο Κα­βά­φης, ό­ταν α­πο­φαί­νε­ται για τους ο­μό­τε­χνούς του της Αθή­νας: “Εί­ναι ρο­μα­ντι­κοί! Ρο­μα­ντι­κοί! Ρο­μα­ντι­κοί!” 
Από μιας αρ­χής, ο ρο­μα­ντι­σμός, α­πό τα Πα­ρί­σια, με­τα­λα­μπα­δεύ­τη­κε στην Αθή­να και ε­δώ ρί­ζω­σε. Η Πρώ­τη Αθη­ναϊκή Σχο­λή εί­ναι αυ­τή των ρο­μα­ντι­κών ποιη­τών. Την δια­δέ­χε­ται η Νέα Αθη­ναϊκή Σχο­λή, που α­ντι­στοι­χεί στη γε­νιά του 1880 και η ο­ποία α­ντι­μά­χε­ται τις υ­περ­βο­λές του ρο­μα­ντι­σμού. Αυ­τή α­πο­βαί­νει μία δυ­να­μι­κή γε­νιά που σβή­νει την προ­η­γού­με­νη. Οι κα­τά Κα­βά­φη ρο­μα­ντι­κοί α­πο­τέ­λε­σαν “την α­θη­ναϊκή σχο­λή του νε­ο­ρο­μα­ντι­σμού και νε­ο­συμ­βο­λι­σμού”. Το πρό­θε­μα “νέ­ο” ε­πι­στρα­τεύε­ται κά­θε φο­ρά που έ­νας πα­λαιό­τε­ρος χα­ρα­κτη­ρι­σμός ε­ξυ­πη­ρε­τεί μεν, αλ­λά α­παλ­λαγ­μέ­νος α­πό τις τυ­χόν αρ­νη­τι­κές φορ­τί­σεις. Πρό­κει­ται, ου­σια­στι­κά, για μία Δεύ­τε­ρη Αθη­ναϊκή Σχο­λή. Αντί­στοι­χα, αυ­τήν τη γε­νιά των νε­ο­ρο­μα­ντι­κών την δια­δέ­χε­ται μία Δεύ­τε­ρη Νέα Αθη­ναϊκή Σχο­λή, που εί­ναι η γε­νιά το ’30. Και πά­λι, μία δυ­να­μι­κή γε­νιά που σβή­νει την προ­η­γού­με­νη. Νο­μο­τε­λεια­κά θα α­να­με­νό­ταν η ε­πό­με­νη να εί­ναι γε­νιά πα­ραι­τη­μέ­νων και ό­χι η πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά. Αλλά φαί­νε­ται πως στην πε­ρί­πτω­σή της στά­θη­κε κα­θο­ρι­στι­κός ο ρό­λος της α­ρι­στε­ρής ι­δε­ο­λο­γίας, που α­πο­τρέ­πει α­παι­σιό­δο­ξες ρο­πές, ε­πι­τάσ­σο­ντας σθέ­νος και μα­χη­τι­κό­τη­τα. Στην έλ­ξη, ω­στό­σο, που α­σκεί σε κά­ποιους αυ­τής της γε­νιάς η ποίη­ση των νε­ο­ρο­μα­ντι­κών, δια­φαί­νε­ται η ρο­μα­ντι­κή τους διά­θε­ση. Στο ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα, ο Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου  ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι τον πρώ­το σπό­ρο για τα Άπα­ντα Ρώ­μου Φι­λύ­ρα τον έ­βα­λε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης. Εκεί­νος εί­χε ε­πι­ση­μά­νει την α­νά­γκη μιας έκ­δο­σης των ποιη­μά­των του Φι­λύ­ρα, κι αυ­τό, κα­θό­λου τυ­χαία, λί­γο με­τά την κυ­κλο­φο­ρία της αν­θο­λο­γίας «Χα­μη­λή φω­νή» του Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, στην ο­ποία ο Φι­λύ­ρας, ό­πως και ο Με­λα­χρι­νός, αν­θο­λο­γεί­ται με 10 ποιή­μα­τα, ε­νώ ο Άγρας με 17 και ο Κα­ρυω­τά­κης με 15.
Αναμ­φι­βό­λως, οι πρώ­τοι ρο­μα­ντι­κοί και οι με­τέ­πει­τα, οι α­πο­κα­λού­με­νοι νε­ο­ρο­μα­ντι­κοί, α­πέ­χου­ν. Για­τί, ό­μως, ο ρο­μα­ντι­σμός των δεύ­τε­ρων να χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται “άρ­ρω­στος”; Εί­θι­σται να τους πε­ρι­γρά­φουν ως “αυ­τό­χει­ρες, ε­ρα­στές της η­δο­νής και των τε­χνη­τών πα­ρα­δεί­σω­ν”. Αυ­τή η φρά­ση α­πο­δί­δει μία συ­νο­λι­κή ει­κό­να ή μή­πως εί­ναι έ­να στε­ρεό­τυ­πο, που καλ­λιερ­γή­θη­κε α­πό τον βίο και την πο­λι­τεία των γνω­στό­τε­ρων, α­δι­κώ­ντας κά­ποιους α­πό τους κα­λύ­τε­ρους της ο­μά­δας; Συμ­βαί­νει συ­χνά οι α­πο­φάν­σεις για έ­να σύ­νο­λο προ­σώ­πων να στη­ρί­ζο­νται σε έ­να δυο, δια­ση­μό­τε­ρες, πε­ρι­πτώ­σεις. Όλους και ό­λους δυο αυ­τό­χει­ρες με­τρά­ει η γε­νιά. Αλλά και σε αυ­τούς δεν α­ντι­στοι­χεί η αί­γλη του ρο­μα­ντι­κού αυ­τό­χει­ρα, που τους α­πο­δό­θη­κε. Εθε­λού­σια έ­ξο­δος α­πό την πε­νία της Κα­το­χής, ό­πως το πρό­σφα­το κύ­μα αυ­το­κτο­νιών, ή­ταν ε­κεί­νη του Λα­πα­θιώ­τη. Κα­τά μία ερ­μη­νεία, το ί­διο ι­σχύει για την αυ­το­κτο­νία του Κα­ρυω­τά­κη. Έβλε­πε “την ά­βυσ­σο που ερ­χό­τα­ν”, ή­δη α­πό το 1923, που δη­μο­σιεύει το «Τρα­γού­δι της πα­ρα­φρο­σύ­νης». Ιδίοις όμ­μα­σι το δια­πι­στώ­νει το 1926, που ε­πι­σκέ­πτε­ται στο Δρο­μο­καΐτειο τον φί­λο του Ρώ­μο Φι­λύ­ρα. Ει­κά­ζε­ται, πως συ­μπτω­μα­τι­κά, την ί­δια ε­πο­χή, αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’20, “α­γο­ρα­σμέ­νες φί­λες” τους έ­δι­ναν μα­ζί με “τα φευ­γα­λέα χεί­λη” την «Ώχρα σπει­ρο­χαί­τη». Η συ­μπό­ρευ­ση Φι­λύ­ρα-Κα­ρυω­τά­κη ξε­κι­νά­ει α­πό το 1912 και το πε­ριο­δι­κό «Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νος Παρ­νασ­σός», ό­που ο Φι­λύ­ρας, 24χρο­νος, εί­ναι αρ­χι­συ­ντά­κτης και ο Κα­ρυω­τά­κης, 16χρο­νος, α­να­γνώ­στης αρ­χι­κά και με­τά συ­νερ­γά­της, με ποιή­μα­τα που “συ­νο­μι­λού­ν” με ε­κεί­να της πρώ­της συλ­λο­γής του Φι­λύ­ρα, «Ρό­δα στον α­φρό». Ο Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος σχο­λιά­ζει α­να­λυ­τι­κά την έ­κτα­ση της “συ­νο­μι­λίας” τους.
Εκτός α­πό τους δυο αυ­τό­χει­ρες, με­τρη­μέ­νοι εί­ναι και οι “ε­ρα­στές των τε­χνη­τών πα­ρα­δεί­σω­ν” της γε­νιάς, μό­λις δυο, Λα­πα­θιώ­της και Μή­τσος Πα­πα­νι­κο­λά­ου. Πι­θα­νώς, για κά­ποιο διά­στη­μα, να εί­χε ε­ξο­κεί­λει και ο Καί­σαρ Εμμα­νουήλ. Ας μην γε­νι­κεύου­με, με βά­ση το πρό­τυ­πο, που α­πο­τέ­λε­σαν οι κο­ρυ­φαίες πε­ρι­πτώ­σεις των Γάλ­λων ποιη­τών. Ού­τε αυ­τό­χει­ρες, ού­τε “ε­ρα­στές της η­δο­νής”, οι Άγρας και Φι­λύ­ρας. Κα­τά τα άλ­λα, μό­νο ε­πο­χές ά­κρως λο­γο­κρα­τού­με­νες δια­χω­ρί­ζουν τον ρο­μα­ντι­σμό σε υ­γιή και νο­ση­ρό. Αλλά και πά­λι, για­τί ο ρο­μα­ντι­σμός της τριά­δας Κα­ρυω­τά­κη-Άγρα-Φι­λύ­ρα ή­ταν “άρ­ρω­στος”; Γνή­σια ρο­μα­ντι­κοί στά­θη­καν, ό­πως δεί­χνουν πε­ρί­λα­μπρα τα ψευ­δώ­νυ­μα των δυο, που, με αυ­τά, αμ­φό­τε­ροι κα­τα­γρά­φτη­καν στις δέλ­τους της Λο­γο­τε­χνίας. Απόρ­ροια πα­τριω­τι­κού εν­θου­σια­σμού του πρώ­του, γερ­μα­νι­κού ρο­μα­ντι­σμού του δεύ­τε­ρου.
Το αρ­χι­κό ψευ­δώ­νυ­μο του Ιωάν­νη Οι­κο­νο­μό­που­λου ή­ταν “Κο­ριν­θια­κόν κύ­μα”, ε­γκε­κρι­μέ­νο α­πό τον Ξε­νό­που­λο, που κω­δι­κά σή­μαι­νε συμ­με­το­χή στη «Διά­πλα­ση των παί­δων». Αυ­τά το 1901, ό­ταν, 13χρο­νος, βρι­σκό­ταν α­κό­μη στη γε­νέ­τει­ρά του, το Κιά­το Κο­ριν­θίας. Σε α­ντί­θε­ση με τον Άγρα, ε­γκα­τέ­λει­ψε γρή­γο­ρα ψευ­δώ­νυ­μο και πε­ριο­δι­κό. Την ε­πό­με­νη χρο­νιά, με την οι­κο­γε­νεια­κή με­τοι­κε­σία στον Πει­ραιά, γνώ­ρι­σε τον Χιώ­τη Δη­μή­τρη Σύ­ψω­μο, που, το 1884, εί­χε έρ­θει στον Πει­ραιά α­πό τη Σύ­ρο. Το 1902, ή­ταν ή­δη γνω­στός ποιη­τής, με το ψευ­δώ­νυ­μο Λά­μπρος Πορ­φύ­ρας. Δι­κή του ε­πι­νό­η­ση το ψευ­δώ­νυ­μο Ρώ­μος Φι­λύ­ρας, με το ο­ποίο πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε ο Οι­κο­νο­μό­που­λος, μό­λις 14χρο­νος, με το ποίη­μα «Ρο­δό­φυλ­λα», στο «Νου­μά».
Ενώ, το Λά­μπρος Πορ­φύ­ρας εί­ναι μο­νο­σή­μα­ντα σο­λω­μι­κό, το Φι­λύ­ρας πα­ρα­πέ­μπει εις τρι­πλούν στον γερ­μα­νι­κό ρο­μα­ντι­σμό. Στο με­σαιω­νι­κό ποίη­μα «Υπό τας φι­λύ­ρας», ε­ρω­τι­κό τρα­γού­δι του λυ­ρι­κού Βάλ­τερ φον ντερ Φό­γκελ­βαϊντε, στο στο­χα­στι­κό διά­λο­γο του Σίλ­λε­ρ, «Ο πε­ρί­πα­τος υ­πό τας φι­λύ­ρας», και στο ρο­μα­ντι­κό ρο­μά­ντσο του Αλφόν­σου Καρ­ρ, «Υπό τας φι­λύ­ρας». Αυ­τό το τε­λευ­ταίο, έκ­δο­ση του 1832, με­τα­φρά­στη­κε στα ελ­λη­νι­κά το 1884, και πά­λι το 1916, αυ­τήν τη φο­ρά, α­πό τον Πο­λέ­μη. Όσο για το Ρώ­μος, α­πό το Ρέ­μος και Ρω­μύ­λος, φαί­νε­ται να προσ­γειώ­νει το ε­πί­θε­το στα καθ’ η­μάς.
Το με­σαιω­νι­κό τρα­γού­δι α­φη­γεί­ται τον έ­ρω­τα ε­νός ζευ­γα­ριού “unter der linde / an der heide”, με μο­να­δι­κή πα­ρου­σία έ­να α­η­δό­νι. Το πρώ­το ποίη­μα, που δη­μο­σιεύει  ο Φι­λύ­ρας, με το ό­νο­μά του, 11χρο­νος, στο παι­δι­κό πε­ριο­δι­κό «Η Χα­ρά» του Κων­στα­ντί­νου Γα­λά­νη, στο χω­ριό Ψά­ρι του Δή­μου Στυμ­φα­λίας, έ­χει συ­μπτω­μα­τι­κά τον τίτ­λο «Αη­δό­νι». Στον α­στε­ρι­σμό ε­κεί­νου του τρα­γου­διού, με ο­ρί­ζου­σες τη φύ­ση και τον ι­δεό­πλα­στο έ­ρω­τα, κι­νεί­ται το πρώ­το “ποιη­τι­κό βι­βλίο”, που ε­ξέ­δω­σε το 1911. Αυ­τό, μα­ζί με τα άλ­λα πέ­ντε “ποιη­τι­κά βι­βλία”, που ε­ξέ­δω­σε μέ­χρι το 1923, και το πε­ζό, «Ο θε­α­τρί­νος της ζωής», που τυ­πώ­νει το 1916, α­πο­τε­λούν τον πρώ­το τό­μο των Απά­ντων του, που κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό τις εκ­δό­σεις Γκο­βό­στη, το 1939, με ε­κτε­νή ει­σα­γω­γή και ε­πι­μέ­λεια του Αι­μί­λιου Χουρ­μού­ζιου. Στη συ­νέ­χεια, ο Χουρ­μού­ζιος συ­γκέ­ντρω­σε α­δη­μο­σίευ­τα ποιή­μα­τα του Φι­λύ­ρα με την προο­πτι­κή ε­πό­με­νων, ε­νός ή και δυο, τό­μων. Αυ­τή η συ­νέ­χεια δεν πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε, ού­τε τα χει­ρό­γρα­φα, που συ­νέ­λε­ξε, δια­σώ­θη­καν.
Ο Κα­ρά­ο­γλου α­να­φέ­ρει, πως, στις 29 και 31 Αυγ. 1938, δη­μο­σιεύε­ται προ­αγ­γε­λία αν­θο­λο­γίας Φι­λύ­ρα με πρό­λο­γο Μιλ­τιά­δη Μα­λα­κά­ση, που πο­τέ δεν εκ­δό­θη­κε. Ενώ, στις 14 Μαρ. 1939, α­ναγ­γέλ­λε­ται η έκ­δο­ση των Απά­ντων. Τό­τε, υ­πήρ­ξε διά­στα­ση α­πό­ψεων με­τα­ξύ Μα­λα­κά­ση και Χουρ­μού­ζιου. Ο πρώ­τος υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι χρεια­ζό­ταν “ξε­κα­θά­ρι­σμα” της  ποιη­τι­κής πα­ρα­γω­γής του Φι­λύ­ρα, ε­νώ ο δεύ­τε­ρος “πε­ρι­μά­ζε­μα”. Ού­τε τό­τε, πό­σω μάλ­λον σή­με­ρα, στέ­κει η ά­πο­ψη του Μα­λα­κά­ση. Κα­ταρ­χήν συ­γκε­ντρώ­νε­ται έ­να ποιη­τι­κό σώ­μα, κα­τά το δυ­να­τό πλη­ρέ­στε­ρο, και στη συ­νέ­χεια, συ­γκρο­τού­νται αν­θο­λο­γίες. Δε­δο­μέ­νου ό­τι το μεν πρώ­το εί­ναι στα­θε­ρό, ε­νώ η ό­ποια αν­θο­λό­γη­ση εκ­φρά­ζει την κρα­τού­σα αι­σθη­τι­κή ε­κά­στης ε­πο­χής. Η κα­τάρ­τι­ση Απά­ντων και Βι­βλιο­γρα­φιών εί­ναι οι δυο πρω­ταρ­χι­κές και α­πα­ραί­τη­τες φι­λο­λο­γι­κές ερ­γα­σίες, στις ο­ποίες η νε­ο­ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­το­λο­γία υ­στε­ρεί. Από­δει­ξη το πό­σο άρ­γη­σαν τα Άπα­ντα Φι­λύ­ρα. Και πά­λι, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο, πρό­κει­ται για “Άπα­ντα τα ευ­ρε­θέ­ντα”. Οι ε­πι­με­λη­τές, πα­ρά τις ε­πί­μο­χθες προ­σπά­θειες, για τις ο­ποίες ι­δεά­ζουν ει­σα­γω­γι­κά, έ­χουν τη βε­βαιό­τη­τα πως λαν­θά­νουν δη­μο­σιευ­μέ­να ποιή­μα­τα, αλ­λά και α­δη­μο­σίευ­τα αυ­τό­γρα­φα. Στον πρώ­το τό­μο, συ­γκε­ντρώ­νο­νται, σε έ­να πρώ­το μέ­ρος, τα έ­ξι “ποι­ητικά βιβλία” του Φι­λύ­ρα και σε έ­να δεύ­τε­ρο, τα «Πα­ρα­λει­πό­με­να», δη­λα­δή ό­σα δη­μο­σίευ­σε αυ­τήν την πρώ­τη πε­ρίο­δο αλ­λά δεν τα συ­μπε­ριέ­λα­βε στα “ποιη­τι­κά βι­βλία” του. Στον δεύ­τε­ρο τό­μο, συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα δη­μο­σιευ­μέ­να α­πό το 1923 μέ­χρι τον θά­να­τό του και τα ευ­ρε­θέ­ντα α­δη­μο­σίευ­τα. Προ­βλέ­πο­νται ευ­ρε­τή­ρια τίτ­λων και πρώ­των στί­χων, κα­θώς και γλωσ­σά­ρι. Πι­στεύου­με ό­τι θα βο­η­θού­σε και έ­να ευ­ρε­τή­ριο πε­ριο­δι­κών.
Μέ­νει η α­πο­ρία τι α­πό­γι­νε ε­κεί­νη η αν­θο­λο­γία, αλ­λά και πώς συ­νέ­βη, ο ί­διος εκ­δο­τι­κός οί­κος να προ­α­ναγ­γέλ­λει αν­θο­λο­γία Μα­λα­κά­ση και έ­ξι μή­νες με­τά, να εκ­δί­δει Άπα­ντα Χουρ­μού­ζιου. Πι­στεύου­με πως με­ρι­κή α­πά­ντη­ση προ­σφέ­ρουν οι πε­ρι­πέ­τειες που έ­χει ο εκ­δό­της Κώ­στας Γκο­βό­στης με την Ασφά­λεια του με­τα­ξι­κού κα­θε­στώ­τος. Κα­τα­στρο­φή του στοκ των βι­βλίων, ό­που πι­θα­νώς συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται η αν­θο­λο­γία, και δι­κή του φυ­λά­κι­ση. Με την ε­πα­νεκ­κί­νη­ση του εκ­δο­τι­κού οί­κου, μπο­ρεί να εί­χε την έ­μπνευ­ση να πε­ρι­συλ­λέ­ξει το διά­σπαρ­το έρ­γο του Φι­λύ­ρα, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την ε­πα­νέκ­δο­ση των βι­βλίων του, γι’ αυ­τό α­πευ­θύ­νε­ται στον Χουρ­μού­ζιο, συ­νερ­γά­τη του α­πό την ε­πο­χή του πε­ριο­δι­κού «Πρω­το­πό­ροι».
Πο­λύ­τι­μες α­πο­βαί­νουν οι ση­μειώ­σεις, που συ­νο­δεύουν τα ποιή­μα­τα. Εκτός α­πό το σχο­λια­σμό των λε­κτι­κών και φρα­στι­κών πα­ραλ­λα­γών στις δια­δο­χι­κές δη­μο­σιεύ­σεις, α­πο­κα­θί­στα­ται η χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά δη­μο­σίευ­σης των ποιη­μά­των, που ο Φι­λύ­ρας δεν κρα­τά­ει στις ποιη­τι­κές συλ­λο­γές. Για πα­ρά­δειγ­μα, τα ποιή­μα­τα «Το κοι­μή­τη­ρι» και «Στρα­τός», δη­μο­σιευ­μέ­να α­ντι­στοί­χως, το 1904 και το 1907, α­ντα­να­κλούν τα δει­νά της ε­πο­χής. Όσο α­φο­ρά τις χρο­νο­λο­γίες έκ­δο­σης των ποιη­τι­κών συλ­λο­γών του Φι­λύ­ρα, οι πραγ­μα­τι­κές μπο­ρεί να α­πο­κλί­νουν λί­γο των α­να­γρα­φό­με­νων. Για πα­ρά­δειγ­μα, η δεύ­τε­ρη, «Γυ­ρι­σμοί», με χρο­νο­λο­γία 1919, θα πρέ­πει να εκ­δό­θη­κε φθι­νό­πω­ρο 1918, α­φού ο Π. Τα­γκό­που­λος την σχο­λιά­ζει Νοέ. 1918.
Ας κλεί­σου­με ε­δώ, για­τί η πε­ρί­πτω­ση Φι­λύ­ρα, με α­φορ­μή τη δί­το­μη έκ­δο­ση, ε­πι­δέ­χε­ται αρ­κε­τό α­κό­μη σχο­λια­σμό. Εξάλ­λου, δεν φι­λο­δο­ξού­με να κά­νου­με κά­ποιο εί­δος α­να­διά­τα­ξης στα φι­λο­λο­γι­κά πράγ­μα­τα.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/6/2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια: